|
Στην ίδρυση του ελληνικού
πράσινου κόμματος των Οικολόγων-Εναλλακτικών
συναίνεσε διστακτικά. Όπως αποδεικνύεται από ντοκουμέντα
της περιόδου εκείνης (1989), οι τρεις κυριότερες
οικολογικές οργανώσεις της χώρας (Νέα Οικολογία,
Εναλλακτική Κίνηση Οικολόγων, Οικολογική Κίνηση
Θεσσαλονίκης), διέθεταν ισχυρές πλειοψηφίες μεταξύ των
μελών τους που δεν ήθελαν τη μετατροπή της Ομοσπονδίας
σε Κόμμα και θεωρούσαν τη συμμετοχή ενός οικολογικού
κόμματος στην κεντρική πολιτική σκηνή τουλάχιστον
ανώριμη. Στις συνεδριακές διαδικασίες όμως, επικράτησε
μια πλειοψηφία από άτομα και ομάδες είτε με την ορμή του
νεοφώτιστου είτε με τις φιλοδοξίες του προερχόμενου από
άλλους πολιτικούς χώρους. Οι πρώτες εκλογικές επιτυχίες
(που μεταφράστηκαν σε μια έδρα στη βουλή) έδειξαν και
τις μεγάλες αδυναμίες του εγχειρήματος. Το νεφελώδες,
ετερόκλητο και ταχύτατα συγκολλημένο αυτό μόρφωμα
γρήγορα κατέρρευσε, παρασύροντας και τις δυναμικότερες
οικολογικές οργανώσεις. Η δεκαετία του ‘90 θα
χαρακτηριστεί από την υποχώρηση του οικολογικού
κινήματος και την ανάπτυξη στη θέση του, του
περιβαλλοντικού κινήματος (η διαφορά έγκειται στο ότι το
δεύτερο δεν θέτει κοινωνικούς και πολιτικούς
προβληματισμούς), κυρίως μέσα από οργανώσεις διεθνούς ή
πανελλαδικής εμβέλειας.
Η Οικολογική Κίνηση ανέκαθεν θεωρούσε το δημοτικό
επίπεδο ως πιο κατάλληλο για την ανάπτυξη της
οικολογικής πολιτικής και της αμεσότερης, συμμετοχικής
δημοκρατίας. Γι’ αυτό και έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο
τοπικό επίπεδο, συμμετέχοντας από το 1990 και μετά, μαζί
με άλλες συγγενικές δυνάμεις, σε όλες τις δημοτικές και
νομαρχιακές εκλογές. Αυτή τη στιγμή, η Δημοτική και
Νομαρχιακή Κίνηση "Οικολογία - Αλληλεγγύη /
Συνασπισμός των Πολιτών" εκπροσωπείται το Νομαρχιακό
Συμβούλιο με έναν Σύμβουλο (που προέρχεται από τα
ιδρυτικά και ακόμη δραστήρια μέλη της Κίνησης) και
αναπτύσσει αξιόλογες παρεμβάσεις στην πόλη και το νομό.
Μια από τις πιο παραγωγικές θεματικές ομάδες που
λειτούργησαν στα πλαίσια της Κίνησης, ήταν η
αντιμιλιταριστική. Πρωτοπόρος στην ανάδειξη του
ζητήματος της πολιτικής-ειρηνιστικής (σε αντίθεση, αλλά
όχι αντιπαράθεση, με αυτή της θρησκευτικής) αντίρρησης
συνείδησης, στήριξε την έκδοση του περιοδικού
ΑΡΝΟΥΜΑΙ και βέβαια όλους τους αντιρρησίες που
εμφανίστηκαν μετά την ίδρυσή της. Αξίζει να σημειωθεί
ότι ο πρώτος πολιτικός αντιρρησίας στην Ελλάδα, ο
Μιχάλης Μαραγκάκης, αποφάσισε να αρνηθεί τη στράτευση
(1986) εμπνεόμενος από το πλαίσιο προβληματισμού που
έθεσε η ομάδα του ΑΡΝΟΥΜΑΙ.
Τόσο το ΑΡΝΟΥΜΑΙ, όσο και η Οικολογική Κίνηση,
αντιτάχθηκαν στην αναζωπύρωση του εθνικισμού που
χτύπησε τα Βαλκάνια και τη χώρα μας τη δεκαετία του ‘90.
Διαφώνησαν με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και την
υποστήριξη της ελληνικής κοινωνίας στο καθεστώς και τις
πρακτικές του Μιλόσεβιτς. Στην τελευταία επίθεση του
ΝΑΤΟ στη Σερβία δε (1999), καταδίκασαν τόσο τους
βομβαρδισμούς όσο και τις σερβικές πρακτικές
μισαλλοδοξίας και εθνοκάθαρσης. Η Κίνηση δεν δίστασε να
διαχωρίσει τη θέση της από εκείνες των μεγάλων
Ευρωπαϊκών Πράσινων κομμάτων, που υποστήριξαν έναν «ανθρωπιστικό»
πόλεμο. Καταδίκασε τη δήλωση του Πράσινου Γερμανού
Υπουργού Εξωτερικών Γιόσκα Φίσερ («ποτέ δεν ήμουν στο
ειρηνιστικό κίνημα - εγώ ανήκα στην επαναστατική
αριστερά») και επέμεινε στις θέσεις που εναντιώνονται σε
κάθε μορφή βίας, «επαναστατικής», «ανθρωπιστικής», ή
οποιασδήποτε άλλης.
Η Οικολογική Κίνηση αποτελεί σήμερα θεσμό για την πόλη
της Θεσσαλονίκης που έχει συμβάλλει σημαντικά στη
διάδοση των οικολογικών ευαισθησιών και έχει να
επιδείξει ένα πλούσιο έργο σε μια σειρά περιβαλλοντικά
αλλά και κοινωνικά - πολιτικά θέματα. Από το 1987 έχει
επίσημο καταστατικό "σωματειακής" μορφής ενώ διατηρεί
οργανωμένα γραφεία στο κέντρο της πόλης από το 1982. Οι
οικονομικοί πόροι της οργάνωσης προέρχονται κύρια από
εισφορές μελών και την πώληση υλικού. |