:: Καμπάνιες>Ρέματα

 

ΤΑ ΡΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το παρακάτω κείμενο βασίζεται στην έκδοση: Μπλιώνης Γ. 1996. Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης. Έκδοση του Συνδέσμου Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Μείζονος Θεσσαλονίκης.

Α. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΡΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥΣ


Οι ιδρυτές της Θεσσαλονίκης δεν διάλεξαν τυχαία την τοποθεσία της πόλης. Εκτός από τον φυσικό κόλπο στα πόδια της και τους δασωμένους λόφους στα νώτα της, είχε δίπλα της και πολυάριθμες ρεματιές που έκαναν την περιοχή να σφύζει από ζωή.

Οι ανάγκες ύδρευσης της πόλης καλύπτονταν από αρχαιοτάτων χρόνων, μέσω υδραγωγών, από πηγές του Χορτιάτη. Το νερό των ρεμάτων που κυλούσαν από τις πλαγιές του βουνού είχε αξιοποιηθεί με την κατασκευή νερόμυλων. Ιχνη αυτών των σειρών νερόμυλων συναντάμε και σήμερα ακόμη, στο Πλατανόρεμα και το Ελαιόρεμα, ανατολικά της πόλης. Εκεί βρίσκονταν και το μεγαλύτερο συγκρότημα

 



 

με 25 νερόμυλους. Ίχνη βρίσκουμε και στο ρέμα Πολίχνης, όπου έχουν εντοπισθεί ως τώρα 12 νερόμυλοι, χωρίς οι έρευνες να έχουν ολοκληρωθεί κι ενώ το φυσικό περιβάλλον της περιοχής υφίσταται ταχύτατες αλλαγές (Σαξιαμπάνη, 1994).

 

1. Τα ρέματα της ανατολικής περιοχής

Έχοντας ως βάση την περιγραφή του Δημητριάδη (1983) και από δικές μας παρατηρήσεις, η εικόνα της περιοχής ανατολικά των τειχών προς το τέλος του προηγούμενου αιώνα, θα πρέπει να ήταν κάπως έτσι:

Ο κοντινότερος στα τείχη χείμαρρος ήταν το ρέμα της Ευαγγελίστριας. Σχηματίζονταν από τρία μικρότερα παρακλάδια, που ενώνονταν περίπου στο ύψος των ελληνικών νεκροταφείων της Ευαγγελίστριας. Το κοντινότερο στην πόλη παρακλάδι κατέβαινε από την περιοχή μεταξύ των Κήπων του Πασά (με το θαυμάσιο συντριβάνι) και της πηγής του Αγίου Παύλου, της επισημότερης και πρωτεύουσας ιερής πηγής της πόλης, σύμφωνα με τον Χατζηϊωάννου (1880).


Το δεύτερο παρακλάδι κατέβαινε από την περιοχή που βρίσκονται σήμερα τα αναψυκτήρια της περιοχής Χίλια Δένδρα. Σ' αυτό το σημείο βρίσκονταν κατά πάσα πιθανότητα και η πηγή του Σεϊχη, από την οποία πήρε το όνομά του το Σέϊχ-Σου, όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο. Το τρίτο παρακλάδι, κατέβαινε από την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται ο ζωολογικός κήπος.

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

::Εν Οίκω

::Αρνούμαι

::Οικολογ. Ημερολόγιο

 

 

Σύμφωνα με χάρτη του 1732, που περιλαμβάνεται στην έκδοση του Δήμου Θεσσαλονίκης "Θεσσαλονίκη 2300 χρόνια" (1986), ο χείμαρρος της Ευαγγελίστριας ενώνονταν στο ύψος της σημερινής ΔΕΘ με τον επόμενο χείμαρρο και χυνόταν μαζί κοντά στο Λευκό Πύργο, όπου σχημάτιζαν μικρό ακρωτήρι. Ο χείμαρρος της Ευαγελίστριας, ίσως χρησίμευε κάποτε και σαν προστατευτική αμυντική τάφρος, έξω από τα ανατολικά τείχη.

Ο δεύτερος χείμαρρος περνούσε ανατολικά από το ισραηλίτικο νεκροταφείο (από την περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ) και συνέχιζε νοτίως του τουρκικού νεκροταφείου. Αυτός σχηματίζονταν από δύο σκέλη που κατέβαιναν από την περιοχή των σημερινών Σαράντα Εκκλησιών, τα οποία ονομάζονταν Λάκκος του Χορδοποιείου (το δυτικό) και Λάκκος του Ματιού (το ανατολικό). Αυτά ενώνονταν περίπου στο ύψος του σημερινού βοηθητικού γηπέδου του Ηρακλή.

Ο τρίτος χείμαρρος περνούσε ανατολικά του στρατοπέδου και του "Πεδίου του Αρεως", του χώρου δηλαδή των ασκήσεων του τουρκικού στρατού. Το στρατόπεδο του Γ' Σώματος Στρατού κατασκευάστηκε το καλοκαίρι του 1830. Γι' αυτό το λόγο ονομαζόταν Λάκκος του Στρατοπέδου, ενώ το ανώτερο τμήμα του ονομαζόταν διαβολόρεμα, Seytan Deresi (σημ.: σήμερα διαβολόρεμα λέγεται το ανώτερο τμήμα του επόμενου ρέματος. Ο Δημητριάδης έκανε λάθος ή μήπως με το πέρασμα του χρόνου έγινε μετάθεση του ονόματος;). Ο χείμαρρος κατέληγε στην περιοχή της παλιάς Ηλεκτρικής Εταιρίας. Στην ανατολική του πλευρά υπήρχε ο πρώτος Μύλος των Allatini.

Ο επόμενος χείμαρρος ονομάζονταν Uc Cesmeler Deresi, δηλαδή Λάκκος των Τριών Βρύσεων. Ονομάζονταν και Λάκκος της Παλιάς Καραντίνας, επιτρέποντας την υπόθεση ότι εκεί υπήρχε το παλιό λοιμοκαθαρτήριο (λαζαρέτο) της πόλης. Μετέπειτα γνωστές ελληνικές ονομασίες είναι ρέμα Κωνσταντινίδη (από την ομώνυμη σχολή πίσω από την οποία περνούσε) ή Υφανέτ (από το εργοστάσιο). Ενώνονταν με το ρέμα του Προφήτη Ηλία (Κρυονερίου ή Ανω Τούμπας) πάνω ακριβώς από το παλιό (ισραηλιτικό) Νοσοκομείο Χίρς, το σημερινό Ιπποκράτειο. Τα νερά και των δύο χύνονταν στη θάλασσα εκεί που ως το τέλος του τελευταίου πολέμου βρίσκονταν το κέντρο και τα λουτρά MIRAMAR (περίπου στη σημερινή περιοχή της Σχολής Τυφλών), και οι φερτές ύλες είχαν δημιουργήσει ένα μικρό ακρωτήρι.

Το μεγαλύτερο ρέμα ονομαζόταν Kus Deresi, δηλαδή Λάκκος των Πουλιών και σήμερα Μεγάλο Ρέμα. Ενώνει πολλούς χειμάρρους του Σέϊχ-Σου σε μια ροή που πριν φτάσει στη θάλασσα χώριζε παλιότερα σε δύο σκέλη. Το βόρειο (Λάκκος του Arsan) έφτανε στην ακτή δίπλα στο κτήριο του Εθνικού και Λαογραφικού Μουσείου, του παλιού Κυβερνείου (γι' αυτό και ως πριν λίγα χρόνια ήταν γνωστό ως Λάκκος Κυβερνείου). Το νότιο ακολουθούσε περίπου τη σημερινή οδό Μαρτίου και ονομαζόταν Μεγάλος Λάκκος ή Λάκκος του Charnaud. Μεταξύ των δυό αυτών κλάδων βρισκόταν μια δενδροφυτεμένη περιοχή, γνωστή ως Karagatc, που αποτελεί σήμερα τη συνοικία Αναλήψεως. Μερικά από τα πελώρια Καραγάτσια (Ulmus minor ή campestris) της περιοχής, υπάρχουν ακόμη και σήμερα: μέσα στον περίβολο του 5ου Γυμνασίου, στη γωνία Π. Συνδίκα και Πενταλόφου και μπροστά στο Λαογραφικό Μουσείο.

Ο τελευταίος προς τ’ ανατολικά ιστορικός χείμαρρος της πόλης, ήταν αυτός του Ντεπώ. Περνούσε δυτικά της Αποθήκης του Τραμ (Depot) και κατέληγε στη θάλασσα από τη νότια πλευρά του μύλου Αλλατίνη. Ανατολικότερα δεν συναντάμε παρά το χείμαρρο Ανθεμούντα που εκβάλλει στην περιοχή του Αεροδρομίου όπου άλλοτε υπήρχε πολυ αξιόλογος υγρότοπος. Η λεκάνη απορροής του όμως είναι εντελώς διαφορετική, αφού περνώντας μέσα από την κοιλάδα μεταξύ Χορτιάτη και Χολομώντα, μαζεύει τα νερά που κυλούν από τις πλαγιές αυτών των βουνών. Είναι σημαντικό όμως να υπενθυμίσουμε ότι τυχόν φαινόμενα πλημμυρών, διάβρωσης, ή ρύπανσης που μπορεί να προκαλέσει πιθανή οικιστική δραστηριότητα στις πλαγιές του Χορτιάτη, θα έχουν επιπτώσεις σ' αυτήν ακριβώς τη λεκάνη απορροής και τον ίδιο τον Ανθεμούντα.

Ολη η περιοχή ανατολικά των τειχών μέχρι το Πανόραμα και τη Θέρμη, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της τουρκοκρατίας ήταν γεμάτη χωράφια, αμπέλια και κήπους και ανήκε στη γεωργική περιοχή του χωριού Kapicilar (=Καπουτζήδες, Φύλακες της Πύλης). Σύμφωνα με τον Ηλία Τσούκα (δήμαρχο Πυλαίας κατά τη δεκαετία του 1950) "προ εξακοσίων και πλέον ετών, η Καπουτζήδα έκειτο επί του λόφου Ανω Τούμπας. Οι κάτοικοί της ανήρχοντο εις 50 οικογένειας περίπου, εκ των οποίων άλλοι μετώκησαν λόγω της πληθώρας δηλητηριωδών όφεων - είδους βελών - εις την σημερινήν Πυλαίαν, άλλοι δε εις την πόλιν της Θεσσαλονίκης" (Τσούκα-Φουντουκίδου, 1995). Η αναγκαστική αυτή μετοίκηση (που οφείλονταν στις οχιές!) πρέπει να έγινε το αργότερο στα μέσα του 17ου αιώνα. Λίγες παράγκες πρέπει να έμειναν σ' εκείνο το σημείο, όπου τον 20ο αιώνα θα δημιουργηθεί η συνοικία της Τριανδρίας. Τα κτήματα των Καπουτζηδιανών που είχαν δεσμευτεί από τους Τούρκους κατακτητές το 1430, δόθηκαν σε δέκα Μπέηδες ενώ οι ντόπιοι μεταβλήθηκαν σε κολλήγους. Ομως οι Μπέηδες σιγά σιγά άρχισαν να πουλούν τα κτήματα και οι κολλήγοι ξανάγιναν οι μεγαλύτεροι κτηματίες της περιοχής. Ο Τσούκας μάλιστα σημειώνει πως "παρέμειναν όλοι Χριστιανοί, ομιλούντες καθ’ όλην τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας την ελληνικήν και μόνον γλώσσαν".

2. Τα ρέματα της δυτικής περιοχής

Ο υγρότοπος του Αλιάκμονα, Λουδία, Αξιού και της πρώην λίμνης των Γιαννιτσών συνεχίζονταν με τα έλη του Γαλλικού και του Δενδροπόταμου κι έφτανε ως τις δυτικές πύλες. Σύμφωνα με τον Κ. Μοσκώφ (1974), "εδώ στα πρόθυρα της πόλης, εκτείνεται έλος ως τα 1870, η Μπάρα, εστία ελονοσίας πρώτα, κατόπιν οίκων επί πληρωμή τέρψης". Ο Χ. Ζαφείρης, περιγράφει τη Μπάρα ως μικρή φυσική λίμνη με στάσιμα νερά την οποία τροφοδοτούσε ο Λοξός Λάκκος (Egri Dere, αργότερα γνωστός ως χείμαρρος του στρατοπέδου Π. Μελά) που ξεκινούσε από την Ακρόπολη.

Τις επόμενες δεκαετίες θα έρθει ο σιδηρόδρομος. Το 1871, γίνεται η σύνδεση με τα Σκόπια ενώ 17 χρόνια αργότερα, το 1888, η γραμμή θα καταλήξει στο Βελιγράδι, αποκαθιστώντας έτσι τη σιδηροδρομική επικοινωνία της Θεσσαλονίκης με όλα τα κέντρα της Ευρώπης. Ακολουθεί η σύνδεση με τη Φλώρινα (1893), το Μοναστήρι (1894) και το Δεδέαγατς, τη σημερινή Αλεξανδρούπολη (1896), όπου θα συναντήσει και τη γραμμή της Κωνσταντινούπολης. Στην περιοχή της Μπάρας θα δημιουργηθεί ο πρώτος σιδηροδρομικός σταθμός της Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό η περιοχή θα χρειαστεί ανάπλαση. Το 1893, γάλλος μηχανικός των Ανατολικών Σιδηροδρόμων διευθέτησε το Λοξό Λάκκο και με κανάλι, οδήγησε τα νερά στο Θερμαϊκό.

Ο Γερμανός Adolf Struck, του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, περιγράφει τα παρακάτω στις εντυπώσεις του από την περιήγησή του στη Μακεδονία το 1908: "Αφήσαμε τη Θεσσαλονίκη από το προάστιο Τσαϊρ, που δημιουργήθηκε πριν 30 περίπου χρόνια, όταν μετά την κατεδάφιση των οχυρώσεων, τμήμα του πληθυσμού εγκαταστάθηκε έξω από τα τείχη. Προηγουμένως, η περιοχή Τσαϊρ, που σημαίνει λιβάδι, καθώς είχε λιμνάζοντα νερά, έμοιαζε με έλος στο οποίο φύτρωναν μερικά πλινθοποιεία και πολλά ανθυγιεινά πανδοχεία. Η κατασκευή του σιδηρόδρομου, που έκανε απαραίτητη την κάλυψη και αλλαγή κοίτης μερικών ρεμάτων, σε συνδυασμό με τη μεταγενέστερη τεχνητή επίχωση, συνέβαλε στην εξυγείανση του χώρου. Σήμερα καλύπτουν την περιοχή από την πόλη μέχρι τη θάλασσα εκτεταμένοι λαχανόκηποι. Οριο της περιοχής αποτελεί το κανάλι του ρέματος που βρίσκεται 4 χιλιόμετρα δυτικά των τειχών και κατασκευάστηκε μόλις πριν μια δεκαετία (σ.σ.: το 1893;). Χρησιμεύει στο να εκτρέπει δυτικά προς τη θάλασσα και να κρατά μακρυά από τον οικισμό τα νερά που απλώνονταν πάνω του καταστροφικά, όπως και πάνω από τις περιοχές των σιδηροδρομικών σταθμών. Αυτή η μεγάλη επιχείριση που ανέλαβε η Εταιρία Ανατολικών Σιδηροδρόμων, στοίχισε περίπου 1,75 εκατομμύρια μάρκα" (Τραγανού-Δεληγιάννη, 1994).

Το 1926, κατασκευάστηκε μια δεύτερη τάφρος που οδηγούσε τα νερά του Λοξού Λάκκου στο κανάλι του Δενδροποτάμου. Με τα έργα αυτά, εξαφανίστηκαν οι βάλτοι από τη δυτική πλευρά της πόλης.

Έξω από τα δυτικά τείχη και τη Ληταία Πύλη (Γενή Καπού), εκτός από ένα ακόμη τούρκικο νεκροταφείο, υπήρχε και ο τεκές (μοναστήρι) των Μεβλεβή Δερβίσηδων, ανάμεσα σε πανύψηλα κυπαρίσσια. Οι Μεβλεβήδες ήταν μουσουλμάνοι μοναχοί Σούφι, γνωστοί και ως "Περιστρεφόμενοι Δερβίσηδες" λόγω του τελετουργικού χορού τους. Εκεί, κάθε Πέμπτη απόγευμα, πήγαιναν πολλές ελληνικές οικογένειες και παρακολουθούσαν τους χορούς αυτούς (Βακαλόπουλος, 1983). Από το σημείο εκείνο, σύμφωνα με τον Δημητριάδη, περνούσε κι ένα ακόμα μικρό ρεματάκι που ήταν γνωστό ως χείμαρρος Aron, με διαδρομή παράλληλη με τα τείχη (ίσως αποτελούσε κι αυτό αμυντική τάφρο παλιότερα) που κατέληγε στην περιοχή των σημερινών δικαστηρίων.

Δίπλα στις εκβολές αυτού του χειμάρρου (που ήταν κοντά στις πρώην εκβολές του Λοξού Λάκκου) βρισκόταν και ο Εθνικός Κήπος, αργότερα γνωστός ως Bes Cinar (= Πέντε Πλατάνια) και μετά την απελευθέρωση ως "Κήπος των Πριγκήπων". Τον είχε ιδρύσει το 1867 ο Sabri Pasa, περιφερειάρχης της Μακεδονίας, σε μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της πόλης, μαζί με το γκρέμισμα του θαλάσσιου τείχους και τη διαπλάτυνση των κεντρικών οδών. Το 1889, θα γκρεμιστεί και το νοτιοανατολικό τμήμα του τείχους.

Η Ε. Δροσάκη (1985) αναφέρει πως "το Μπεχτσινάρ ήταν ένας μεγάλος περιφραγμένος χώρος δίπλα στη θάλασσα, με μεγάλα δέντρα, ανθισμένους κήπους, σιντριβάνια γεμάτα χρυσόψαρα κι ένα λούνα-παρκ με κούνιες κι αλογατάκια. Σκόρπια μέσα στα δέντρα ήταν χτισμένα σπιτάκια εξάγωνα, σαν παραμυθένια, κιόσκια και υπόστεγα με σκαλοπάτια και παράξενες στέγες. Τις ηλιόλουστες ημέρες του χειμώνα και όλο το καλοκαίρι, αμέτρητος κόσμος ερχόταν για περίπατο ή για μπάνιο στην όμορφη ακρογιαλιά, που στη μιά της άκρη ήταν οι καμπίνες λουομένων ανδρών και στην άλλη άκρη των γυναικών". Ο κήπος θα διατηρηθεί μέχρι την κατοχή. Παραμονές του πολέμου, οι ελληνικές αρχές θα επιτρέψουν την ανέγερση τεράστιων δεξαμενών πετρελαίου σ' εκείνο το σημείο (Βακαλόπουλος Α., 1983).

Σήμερα κι ενώ η δυσωδία της περιοχής είναι απερίγραπτη (οι "ιθύνοντες" σε κάθε προεκλογική περίοδο λένε πως τα βυρσοδεψεία, που στα απόβλητά τους περιλαμβάνονται και τοξικά βαριά μέταλλα, θα φύγουν από εκεί), θυμόμαστε αυτόν τον κήπο μόνο από τα παλιά ρεμπέτικα όπου ο Τσιτσάνης τραγουδούσε για το "Μπεχτσινάρι".


Β. H ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΤΟΥ ΣΕΙΧ-ΣΟΥ


Στη Βυζαντινή εποχή, ο "Κεδρηνός λόφος" και οι υπόλοιποι λόφοι πίσω από την Θεσσαλονίκη ήταν καλυμμένοι από πυκνό δάσος Βελανιδιάς. Η Χνοώδης Δρυς (Quercus pubescens) ήταν κυρίαρχη (Παυλίδης, 1988). Ο Ιωάννης Καμενιάτης έγραφε: "το προς ανατολάς δε της πόλεως όρος ως λίαν εστί πάγκαλες και εράσμιον. Κεκόσμηται γαρ δένδρεσιν αμφιλανθέσιν, παραδείσοις ποικίλοις, ύδασιν απείροις τοις μεν πηγαίοις τοις δε ποταμίοις, οις αι λόχμαι του όρου τω πεδίω χαρίζονται και αυτήν δε δεξιούνται την θάλασσαν, άμπελοι γαρ αλλήλαις παραπεφυτευμέναι τα χωρία στεφανούσι, και τον φιλόκαλον οφθαλμόν τη πλήθυι των καρπών εις ευφροσύνης προτρέπονται".

Κατά την τουρκοκρατία φαινόμενα έντονης ξύλευσης, υπερβόσκησης και εκχέρσωσης τμημάτων του και η μετατροπή τους σε καλλιεργήσιμη γη, υποβάθμισαν το δάσος. Τα πλημμυρικά φαινόμενα των χειμάρρων σίγουρα είναι πιο συχνά. Αυτή την περίοδο, η περιοχή των λόφων παίρνει καινούργιο όνομα. Σέϊχ-Σου σημαίνει "το νερό του Σεϊχη" και οφείλεται στον τουρμπέ (νεκρικό μνημείο) ενός μουσουλμάνου αγίου και το τούρκικο κτίσμα της πηγής. Ο Χ. Ζαφείρης αναφέρει πως το ερείπιο της πηγής υπάρχει ακόμη ανάμεσα στα κέντρα της τοποθεσίας Χίλια Δέντρα. Εκεί σώζεται λιθόγλυπτη τουρκική επιγραφή του 1760 που μια αποστροφή της λέει: "και αυτή η θέα του νερού της πηγής εμπνέει αναμφιβόλως αμπαθή έρωτα και εις αυτόν τον κάτοικον του παραδείσου. Ο με καρδίαν ερωτόληπτον επισκεπτόμενος την υψηλήν ταύτην θέαν, αναγνωρίζει ότι η τιμή της εξωραϊσεως του μέρους τούτου ανήκει εις τον Σεϊχην..." (όλο το κείμενο παρατίθεται από τον Βακαλόπουλο, 1983). Η πρώτη ανδάσωση γίνεται προς το τέλος αυτής της περιόδου, σ' αυτό το σημείο, με "χίλια δέντρα".

Μετά την απελευθέρωση, νέοι οικισμοί, κυρίως προσφυγικοί, σε συνδυασμό με τις αιτίες που προαναφέρθηκαν, ενίσχυσαν την απογύμνωση των λόφων. Ιδιαίτερα για την περιοχή της Καπουτζήδας, αναφέρεται ότι οι εκτάσεις Ανω και Κάτω Τούμπας, Τριανδρίας, Ντεπώ, Βότση, Καλαμαριάς, Ν. Κρήνης, Αρετσούς, κ.λ.π. απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την αποκατάσταση των προσφύγων. Σε πολλές περιοχές των λόφων αυτό που απέμεινε ήταν ένας φρυγανικός τύπος βλάστησης, με χαμηλούς διάσπαρτους θάμνους ενώ σε άλλες η απότομη υποβάθμιση επέφερε τέλεια καταστροφή του χούμου κι έντονη διάβρωση (Αλεξανδρής κ.α., 1980). Σε διηγήματα για τη Θεσσαλονίκη που αναφέρονται σ’ αυτή την περίοδο (π.χ. "Τα παιδιά της Θεσσαλονίκης", του Μπερνάρ Λεντερίκ), οι λόφοι συνήθως χαρακτηρίζονται ως "γυμνοί" και "άγονοι".

Από το 1929 εφαρμόζονται οι πρώτες απαγορευτικές διατάξεις (βόσκησης, υλοτομίας) και αναδασωτικές πρακτικές, που εντείνονται την περίοδο '33-'34 και συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό κατά την μεταπολεμική περίοδο. Το 1973 έκταση 29.790 στρεμμάτων κηρρύσσεται αναδασωτέα για να δημιουργηθεί έτσι το τεχνητό δάσος του Σέϊχ-Σου. Σε τόσο υποβαθμισμένα εδάφη τα μόνα δένδρα που θα μπορούσαν να επιβιώσουν πια ήταν τα πεύκα. Ετσι ως κύριο αναδασωτικό είδος επιλέχθηκε η Τραχεία Πεύκη (Pinus brutia). Ο κυριότερος στόχος όλων αυτών των αναδασώσεων ήταν ο περιορισμός των πλημμυρικών φαινομένων. Και πράγματι, σήμερα το Σέϊχ-Σου θεωρείται ως η αντιπλημμυρική ασπίδα της Θεσσαλονίκης.

Η προστασία των θαμνώνων από τη βόσκηση πάντως και η απρόσκοπτη ανάπτυξή τους, θα επέτρεπε, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές (π.χ. Μαρδίρης, 1992), την ανόρθωση ενός φυσικού οικοσυστήματος Μακκίας, που θα μπορούσε πιθανότατα να εξελιχθεί στο δάσος Βελανιδιάς που υπήρχε εδώ παλιότερα.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως μέσα στο δάσος τα ρέματα αποτελούν οικολογικά (αλλά και αισθητικά) σημαντικούς βιότοπους λόγω της μεγαλύτερης ποικιλότητας φυτών, θάμνων και δένδρων που φυτρώνουν εδώ, σε αντίθεση με τις μονοκαλλιέργειες της Τραχείας Πεύκης. Πρωτεύοντα ρόλο φυσικά παίζει το νερό, στοιχείο ζωτικό για ζωϊκά είδη που επιβιώνουν μόνο σε τέτοια υγρά μέρη, αλλά και γενικότερα για τα διάφορα είδη της πανίδας του δάσους.


Γ. ΤΑ ΡΕΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΑ


Είναι πραγματικά θλιβερό το ν' αναλογιστεί κανείς το τυχαίο της αστικοποίησης και το πόσο λίγο αυτή σεβάστηκε τις όμορφες περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Πολυκατοικίες, ασφαλτόδρομοι, εκκλησίες, γήπεδα και αθλητικά κέντρα φτιάχτηκαν πάνω από τις πρώην κοίτες των χειμάρρων. Το νερό, κατ' εξοχήν στοιχείο της ζωής, αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα. Η ισοπέδωση ήταν ολοσχερής.

1. Στην ανατολική περιοχή

Πάνω από το ρέμα Ευαγγελίστριας (ή Αγ. Παύλου , ή Πανεπιστημίου), σήμερα περνά η οδός Εθνικής Αμύνης. Κάτω ακριβώς από το Αγίασμα του Αγίου Παύλου (πίσω από το Νοσοκομείο Αγιος Δημήτριος), κατασκευάστηκε το 1966 υδραγωγείο από τον ΟΥΘ. Ενας αγωγός, στο ίδιο σημείο, δέχεται λύμματα από το δήμο Αγίου Παύλου και τα διοχετεύει προς τη θάλασσα. Ο αγωγός αφού διασχίσει το συνοικισμό και τη δυτική πλευρά της Πανεπιστημιούπολης και της ΔΕΘ, συνδέεται με τον αγωγό του επόμενου χειμάρρου (στην οδό Δεσπεραί, στη νότια είσοδο της ΔΕΘ). Κατόπιν συνδέεται με τον αγωγό του τρίτου χειμάρρου και καταλήγει στο Θερμαϊκό (Στεφανίδης, 1993).

Το 1994 ξεκίνησε το μπάζωμα της όχθης που σωζόταν πίσω από το Νοσοκομείο Αγιος Δημήτριος, για την κατασκευή δρόμου για την Ανω Πόλη. Στην περιοχή υπάρχουν:

1. Αρχαιολογικοί χώροι: α) παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο (το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο ταφικό συγκρότημα που έχει αποκαλυφθεί στη Θεσσαλονίκη), β) "μαρτύριο" (ναός προς τιμήν κάποιου μάρτυρος), του οποίου η μνημειώδης πρόσβαση αποκαλύφθηκε στις ανασκαφές που γίνονται ακόμη στον άμεσο χώρο του Νοσοκομείου Αγ. Δημήτριος και σε όλη την έκταση της δυτικής πλευράς του ρέματος.

2. Ιστορικοί τόποι: α) Κήποι του Πασά, β) Αγίασμα Αγίου Παύλου, γ) Νεκροταφεία Ευαγγελίστριας.

3. Νεότερα μνημεία: Νοσοκομείο Αγ. Δημήτριος.

4. Ιστορικά τεχνικά έργα: η μεγάλη Δεξαμενή Υδρευσης Ευαγγελίστριας.

Γύρω από το δεύτερο ρέμα στο μεσοπόλεμο, απλώθηκαν προσφυγικές φτωχοσυνοικίες, τα κτίρια του Πανεπιστημίου και η Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης. Γι' αυτό και σ' αυτή την περίοδο ονομάζεται χείμαρρος της Εκθεσης. Αυτή η οικιστική επέκταση θα καταλήξει να σκεπάσει και το ρέμα και τα εβραϊκά νεκροταφεία που υπήρχαν εδώ.

Σύμφωνα με το Χ. Ζαφείρη (1993), το πρώτο γήπεδο του Ηρακλή βρίσκονταν εκεί που σήμερα βρίσκεται η πλατεία του Χημείου, δίπλα στη Φιλοσοφική Σχολή. Είχε στηθεί πάνω σε ξηλωμένα εβραϊκά μνήματα το 1915 και λειτούργησε έως το 1937 όταν παραχωρήθηκε για την ανέγερση του Χημείου. Ο προσφυγικός συνοικισμός της Αγίας Φωτεινής (κάτω από την Εγνατία, σε χώρο που καλύπτει σήμερα η ΔΕΘ) και το παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ (στη θέση της σημερινής Θεολογικής Σχολής) στήθηκαν μετά το 1922, πάνω στο τμήμα όπου θάφτηκαν στο φοβερό λοιμό του 1911 χιλιάδες χολεριασμένοι Εβραίοι.

Το 1926 είναι το έτος ιδρύσεως τόσο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Φιλοσοφική Σχολή), όσο και της ΔΕΘ, που αρχικά κάλυπτε μικρή έκταση. Το 1937, ακολουθεί νέα αναγκαστική παραχώρηση από τα εβραϊκά νεκροταφεία, για να χτιστεί η Γεωπονοδασολογική Σχολή ενώ το τελειωτικό χτύπημα το έδωσαν οι Ναζί, που χρησιμοποίησαν τις ταφόπλακες για να καλύψουν πεζοδρόμια, δάπεδα εκκλησιών, πλατείες και ρείθρα πεζοδρομίων. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι το εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης είχε στις αρχές του αιώνα, συνολική έκταση 357.726 τ.μ. Ιδρύθηκε το 2ο π.Χ. αιώνα και κατέληξε να έχει περί τους 300.000 τάφους, ορισμένοι από τους οποίους έφεραν χρονολογίες μέχρι και του 1493 (Παπάζογλου, 1994).

Οι προσφυγικοί συνοικισμοί της Αγ. Φωτεινής και του Μεγάλου Αλεξάνδρου διατηρήθηκαν ως τα μέσα της δεκαετίας του '60. Οταν γκρεμίστηκαν τα μίζερα χαμόσπιτα, απλώθηκαν με ανοιχτωσιά τα κτίρια της ΔΕΘ, του Πανεπιστημίου και το Αλεξάνδρειο Μέλαθρο, όπως διηγείται ο Χ. Ζαφείρης.

Ο Δημητριάδης (1983), αναφέρει σε μια υποσημείωσή του ότι "στην ύπαρξη του χειμάρρου της Εκθεσης πρέπει να αποδώσουμε και τα νερά που βρέθηκαν κατά την κατασκευή του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στα θεμέλιά του, και αναβλύζουν ακόμη. Ασφαλώς πρέπει να υπάρχει υπόγειο ρεύμα που φτάνει από τους πρόποδες του Σέιχ-Σου ως τη θάλασσα".

Ο αγωγός που διοχετεύει τα νερά του χειμάρρου της Εκθεσης στο Θερμαϊκό, ξεκινούσε πριν λίγα χρόνια από τα δυτικά του Καυταντζογλείου. Σε 'κείνο ακριβώς το σημείο όπου σώζονταν ένα τμήμα της παλιάς κοίτης μαζί με πανύψηλες λεύκες, κατασκευάστηκε πρόσφατα το Ιβανώφειο και ασφαλτό-δρομος. Στα μεταπολεμικά χρόνια, αυτό το ανατολικό κομμάτι ήταν γνωστό ως το ρέμα του Μπιλίρη. Πάλι στο Χ. Ζαφείρη διαβάζουμε ένα απόσπασμα του Η. Πετρόπουλου όπου ο συγγραφέας αναφέρει: "Το ρέμα του Μπιλίρη ήταν ένα όνειρο. Καστανιές, συκιές, ευκάλυπτοι, καρίκια με ζαρζαβατικά, χιλιάδες πουλιά και βατράχια. Στο βάθος είχε κι ένα χορευτικό κέντρο με γιρλάντες από κόκκινα λαμπιόνια. Οι ηλίθιοι πολεοδόμοι μας κατέστρεψαν όλες τις ρεματιές της Θεσσαλονίκης, μαζί και τη ρεματιά του Μπιλίρη με το γάργαρο νεράκι".

Πάνω από τον άλλο κλάδο του ίδιου ρέματος (τον δυτικό) θα βρει κανείς σήμερα, σχολείο, εκκλησία, (φυσικά...) δρόμο και το βοηθητικό γήπεδο του Ηρακλή.

Το τρίτο ρέμα, το διαβολόρεμα, πήρε μεταπολεμικά το όνομα χείμαρρος Λύτρα. Μεταξύ της Τριανδρίας και του Καυταντζογλείου, η κοίτη του χάνεται ανάμεσα στα αυθαίρετα χαμόσπιτα (παλιότερα η περιοχή ήταν γνωστή με το όνομα "Νησάκι"). Πιο κάτω ξεκινά υπόγειος αγωγός, αλλά στην επιφάνεια σώζεται ένα τμήμα της κοίτης μέσα σε λεύκες και αυθαίρετα. Δίπλα από το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, την παλιά κοίτη μας θυμίζει η δεντροστοιχία και το σχήμα της οδού Καυταντζόγλου.

Το ρέμα της Υφανέτ, από τότε που κατασκευάστηκε η περιφερειακή τάφρος (τη δεκαετία του '50) δεχόταν πλέον μόνο απόνερα. Μέχρι πρόσφατα η κοίτη του σωζόταν μέχρι τη Νέα Εγνατία και το Ιπποκράτειο, αλλά δρόμοι και αθλητικά κέντρα (ιδιαίτερα στην περιοχή της Τριανδρίας) κάλυψαν σχεδόν ότι απέμενε. Από το γεφυράκι της Τριανδρίας (επί της Γρ. Λαμπράκη) δεν περνάει πια νερό αλλά άσφαλτος. Τα μόνα τμήματα που σώζονται σήμερα είναι κατά μήκος της οδού Ορτανσίας (μεταξύ Τριανδρίας και Κρυονερίου) και πίσω από το εργοστάσιο της Υφανέτ.

Στην οδό Ορτανσίας λιγοστά δέντρα και λιλιπούτειοι καλαμώνες αποτελούν ένα μίνι οικοσύστημα που ξεφυτρώνει ανάμεσα σε δύο συνοικίες και δεν είναι απαλλαγμένο από τα απαραίτητα αυθαίρετα χαμόσπιτα. Τις καλοκαιρινές νύχτες ακούγονται νυχτοπούλια στα φυλλώματα. Στα τέλη του 1994, αποφασίστηκε το μπάζωμα του ρέματος και σ' αυτό το σημείο...

Στην περιοχή του παλιού εργοστασίου Υφανέτ σώζεται ένα τμήμα του ίδιου ρέματος με οργιώδη βλάστηση. Λεύκες, ακακίες και συκιές υψώνονται μαζί με πολλά αναρριχώμενα, η πλούσια ανάπτυξη των οποίων δίνει και μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Ξεχασμένα παγκάκια και βρύσες μαρτυρούν πως η περιοχή αποτελούσε χώρο αναψυχής πριν λίγα χρόνια. Το 1977 είχε γίνει από ομάδα εργασίας του ΤΕΕ/Τ.Κ.Μ. μελέτη για τη διατήρηση τμήματος αυτού του ρέματος (πάνω από τη σημερινή οδό Δελφών), από τους αρχιτέκτονες Ε. Φωκά, Ν. Φωκά και Ο. Τραγανού-Δεληγιάννη. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο έντυπο του ΤΕΕ/Τ.Κ.Μ., αλλά έμεινε ανεφάρμοστη - το τμήμα αυτό του ρέματος μπαζώθηκε και μετατράπηκε σε δρόμο (Τραγανού-Δεληγιάννη, 1994).

Στο ρέμα Κρυονερίου (Ανω Τούμπας) διασώζεται κάτι παραπάνω. Η κοίτη μένει ανοικτή κατά μήκος της οδού Πολυγνώτου μέχρι και κάτω από τη Γρ. Λαμπράκη. Στα ανώτερα σημεία του προς το δάσος (όπου βρίσκεται και η περίφημη πηγή του Κρυονερίου - σήμερα τσιμεντωμένη, μιας και από πάνω της περνά ο περιφερειακός) παρουσιάζει ποικιλία ειδών: συκιές, λεύκες, πλατάνια, βατομουριές, αναρριχώμενα, δάφνες, παλιούρια, κουτσουπιές και αγριο-λούλουδα. Παρά τα τεχνητά φυτεμένα είδη, η περιοχή παρουσιάζει σημαντική αναγέννηση και ζωτικότητα. Ευτυχώς αυτό το τμήμα ενώνει τα δύο τσιμεντωμένα κομμάτια της περιφερειακής τάφρου κι έτσι το λιγοστό νερό μπορεί να συντηρεί τα δέντρα.

Πιο κάτω, στην οδό Δήμου Τσέλιου, σώζεται ακόμα μια συστάδα πανύψηλων δέντρων, σπάνια για την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Το πιο σημαντικό ρέμα είναι αναμφισβήτητα το Μεγάλο Ρέμα. Παρά τις ισοπεδώσεις που έγιναν για να περάσει ο περιφερειακός, ένα μεγάλο μέρος του σώζεται ακόμα μέσα στην πόλη, στο Δήμο Πυλαίας. Ενα μέρος του έχει ροή σχεδόν όλο το έτος κι έτσι μπορεί και διατηρεί μια μικρή πανίδα αμφιβίων. Σ' εκείνη την περιοχή μάλιστα σώζεται ρωμαϊκή γέφυρα, βυζαντινός νερόμυλος, το Μεταξουργείο Μπενοζίλιο (που χτίστηκε πριν το 1886), το Οινοποιείο Χάϊτμαν και συναφείς εγκαταστάσεις αμπελοκαλλιέργειας.

Στην περιοχή των Ελαιώνων, το ανατολικό τμήμα του Μεγάλου Ρέματος δέχεται μεγάλη πίεση απ' την οικοπεδοποίηση, ενώ ιδιαίτερα εκεί η βλάστηση δημιουργεί ειδυλλιακά τοπία. Μπαζώματα σε διάφορα σημεία έχουν προκαλέσει ήδη ζημιές.

Από το ρέμα του Ντεπώ (χείμαρρος Αλατίνι) διασώζεται ακόμα ένα τμήμα, κοντά στην Αποθήκη, ανατολικά της Βίλλας Μπιάνκα και δίπλα στο 21ο Γυμνάσιο.

Σήμερα το ρέμα Κρυονερίου δέχεται τα νερά του ρέματος Υφανέτ μέσω τάφρου που βρίσκεται στα όρια του δάσους. Με τη σειρά του διοχετεύει τα νερά του στην περιφερειακή τάφρο που ξεκινά από την οδό Δήμου Τσέλιου, δέχεται τα νερά και του Μεγάλου Ρέματος και καταλήγει ανατολικά της Καλαμαριάς, στο Φοίνικα.


2. Στη δυτική περιοχή


Στην ευρύτερη δυτική περιοχή όπου παρατηρήθηκε μεγάλη εισροή πληθυσμού, κυρίως τις δεκαετίες του '20 και του '60, δημιουργήθηκαν ένα σωρό πρόχειρες εργατικές συνοικίες, με πλήθος αυθαίρετων κτισμάτων, ακόμη και μέσα στην κοίτη του Δενδροπόταμου...

Πλημμυρικές παροχές του Δενδροπόταμου ήταν γνωστές από παλιά. Τότε όμως δεν προκαλούσαν ζημιές επειδή η περιοχή της κοίτης του ήταν σχεδόν ακατοίκητη. Η ζημιογόνα επίδρασή τους άρχισε να αυξάνει μετά το 1960, ανάλογα με το ρυθμό οικοδόμησης γύρω από το χώρο της κοίτης (Κωττούλας, 1977).

Σήμερα είναι καλυμμένο το μεγαλύτερο τμήμα των παραχειμάρρων του Δενδροπόταμου ενώ το ανοιχτό του τμήμα εντοπίζεται κυρίως στην περιοχή της Σταυρούπολης και κοντά στις εκβολές του. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του μέσα στην πόλη είναι διευθετημένος σε τσιμεντένια κοίτη. Ο Λοξός Λάκκος έγινε σχολεία, γήπεδα και λίγο πράσινο. Το τμήμα του ρέματος δίπλα από το στρατόπεδο Καρατάσου, έγινε η ...πυκνοδομημένη με αυθαίρετα οδός Μυτιλήνης! Το ρέμα της Ευκαρπίας, διαθέτει στο ανώτερο τμήμα του καλαμώνες, ιτιές και πλατάνια (σ' ενα σημείο του μάλιστα υπάρχει και πηγή με αγίασμα του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου). Περνά πίσω από το εργοστάσιο τσιμέντων ΤΙΤΑΝ (το 2000 ισοπεδώθηκε κι αυτό το τμήμα) και πιο κάτω η κοίτη του ξεχειλίζει από βιοτεχνίες, αποθήκες, αλλά και μια ολόκληρη συνοικία από χαμόσπιτα. Η μορφολογία της κοίτης καθώς και η διαδρομή ροής του Δενδροποτάμου έχει υποστεί την μεγαλύτερη αλλαγή της στους κλάδους της Ευκαρπίας τόσο από ανθρωπογενείς παράγοντες όσο και από τους μαιανδρισμούς του ρέματος. Το ρέμα του Ασβεστοχωρίου (ή Ξηροπόταμος), που έχει χαρακτηριστεί "Τοπίο Ιδιαιτέρου Φυσικού Κάλλους", συνεχίζει να μπαζώνεται, να χτίζεται και να γεμίζει σκουπίδια, μπάζα και ρύπανση.

Ο Δενδροπόταμος είναι ο σημαντικότερος χείμαρρος της πόλης. Μαζεύει τα νερά από όλη τη λεκάνη απορροής δυτικά της πόλης, αλλά και από τα βόρεια αφού ο Ξηροπόταμος επίσης καταλήγει στην κοίτη του (συνολική επιφάνεια λεκάνης απορροής: 11.500 εκτάρια, από τα οποία 3.500 αφορούν ορεινές περιοχές). Το μήκος του χείμαρρου μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα ξεπερνά τα 25 χιλιόμετρα, ενώ κοντά στην εκβολή του (στη περιοχή των δεξαμενών της Jet Oil στο Καλοχώρι) η μέγιστη παροχή του έχει φτάσει και τα 265 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο (Γρ. Ανάπτυξης και Προγραμματισμού Δ. Σταυρούπολης, 1995). Γενικά οι παροχές του χειμάρρου, την τελευταία δεκαετία αυξάνονται, καθώς η πόλη επεκτείνεται και οι δασικές και αγροτικές εκτάσεις στη λεκάνη απορροής του περιορίζονται. Αντίθετα η παροχετευτική του ικανότητα έχει μειωθεί σημαντικά από παράνομες επιχωματώσεις, αυθαίρετα και κατασκευές όπως π.χ. γέφυρες.

Οι πλημμύρες υπ' αυτές τις συνθήκες δεν είναι σπάνιες. Οι σοβαρότερες σημειώθηκαν το 1970, το 1972 (μετά την οποία συντάχθηκε μελέτη για την κάλυψη και διευθέτηση της κοίτης στο κατώτερο κατοικημένο τμήμα της) και το 1976 (το έργο τότε, ακόμη δεν είχε δημοπρατηθεί). Ο κ. Διονυσίου (1986), τότε Δήμαρχος Ευόσμου, αναφέρει ότι υπήρξαν καταστροφές νοικοκυριών κι ακόμη και ανθρώπινα θύματα. Για την πλημμύρα του 1976, ο καθηγητής κ. Κωτούλας (1977) αναφέρει μόνον καταστροφές κατοικιών, κοινόχρηστων χώρων, γεφυρών και προσθέτει: "Ευτυχώς δεν θρηνήσαμε θύματα. Σ' αυτό συντέλεσε και το γεγονός ότι συνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας". Ο ίδιος εκτίμησε την παροχή του χειμάρρου τότε, σε 130-150 κυβικά μέτρα το δευτερόλεπτο. Αξίζει σ' αυτό το σημείο, να αναφέρουμε και τις εκτιμήσεις του καθηγητή σχετικά με τα αίτια αυτής της πλημμύρας:

1. Πτώση βροχής μεγάλου ύψους και ισχυρής εντάσεως.

2. Αύξηση του συντελεστή απορροής στο χώρο της λεκάνης του χειμάρρου, που οφειλόταν α) στις προηγηθείσες βροχές που είχαν κορέσει το έδαφος, β) στην οικοδόμηση του κατώτερου μέρους της λεκάνης, που επέφερε ισχυρή μείωση στη διηθητικότητα του εδάφους.

3. Παρεμβολή εμποδίων στη ροή του νερού στην κεντρική κοίτη (π.χ. σπίτια, σκουπίδια, βάθρα γεφυρών, ενίοτε και ανεπαρκείς διατομές).

4. Ανυπαρξία ρυθμιστικής υδρολογικής βλαστήσεως στη λεκάνη απορροής.

Εκτός της απειλής των πλημμυρών, ο Δενδροπόταμος συνεχίζει ν' αποτελεί τον αποδέκτη τόσο αστικών λυμάτων, όσο και βιοτεχνικών αποβλήτων. Αναλύσεις του Δήμου Ευόσμου είχαν φανερώσει από το 1982 πόσο τραγική ήταν η κατάσταση. Δημόσιοι παράγοντες, πολλές φορές θεωρούν τη ρύπανση ως έναν από τους κύριους λόγους για την μετατροπή των ρεμάτων σε υπόγειους οχετούς. Γι' αυτό όμως, δεν φταίνε τα ίδια τα ρέματα! Η ρύπανση θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί από τους ίδιους που την προκαλούν ή τους αρμόδιους φορείς. Βέβαια η διαφορά οικονομικού και πολιτικού κόστους είναι φανερή, οπότε την πληρώνει το ρέμα...


Δ. ΠΟΙΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ: ΜΠΑΖΩΜΑ Η ΑΝΑΠΛΑΣΗ; ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


Είδαμε σε πιο σημείο έφερε τα ρέματα η λογική της μπουλντόζας. Είναι καιρός λοιπόν να δούμε και μια οικολογική λογική που θα σέβεται τη φύση. Η διατήρηση, ο καθαρισμός και ο εμπλουτισμός της βλάστησης των ρεμάτων μπορούν να χαρίσουν στην πόλη μοναδικούς βιότοπους. Αυτοί μετά από έργα εμβάθυνσης (και άλλα, όπως αυτά που προτείνει ο καθηγητής Υδραυλικής του ΑΠΘ κ. Γκανούλης, 1994), μπορούν να συμβάλλουν και στην αντιπλημμυρική προστασία της πόλης. Επίσης, μπορούν να συνδυαστούν με την ανάδειξη πολιτιστικών μνημείων.

1. Περιοχή του Μεγάλου Ρέματος

Η περιοχή αυτή, που βρίσκεται μέσα στα όρια της πόλης, μπορεί να περιφραχτεί, να δενδροφυτευθεί, να σταματήσει η παροχέτευση των απόνερων και να αναδειχθεί μαζί με τη ρωμαϊκή γέφυρα, το βυζαντινό νερόμυλο, το Μεταξουργείο Μπενοζίλιο (που χτίστηκε πριν το 1886), το Οινοποιείο Χάϊτμαν και συναφείς εγκαταστάσεις αμπελοκαλλιέργειας σε έναν πολιτιστικό και περιβαλλοντικό βιότοπο. Παρόμοια πρόταση για ένα πολιτιστικό πάρκο της ανατολικής Θεσσαλονίκης που στον πυρήνα του θα έχει το ρέμα, έχει κάνει και η 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων (Τραγανού-Δεληγιάννη, 1994). Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει εγκατάσταση στην περιοχή του Μεταξουργείου Μπενοζίλιο ενός Ανοιχτού Λαογραφικού Μουσείου, που να διασώζει στοιχεία από την αμπελοοινική ιστορία της περιοχής, αλλά και των βιοτεχνικών εγκαταστάσεων των σχετικών με την ύφανση (μεταξιού και βαμβακιού). Το Υ.Μα.Θ. μάλιστα, είχε κάνει ενέργειες το 1996 για τη χρηματοδότηση αυτού του σχεδίου με 300 εκ. δρχ. από το πρόγραμμα Interreg ενώ ο Δήμος Πυλαίας, που συμπράττει, ανέλαβε να έλθει σε επαφή με τους ιδιοκτήτες του Μπενοζίλιο. Η τύχη της πρωτοβουλίας αυτής όμως αγνοείται ακόμα! Εμείς προσθέτουμε πως ο όλος σχεδιασμός προστασίας θα μπορούσε να επεκταθεί μέχρι ψηλά στην κοίτη του Ελαιορέματος, που απειλείται από την αυθαίρετη δόμηση και διαθέτει τοπία μοναδικής ομορφιάς. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι ο Ο.Α.Θ. διεκδικεί δικαστικά την αναγνώριση της κυριότητάς του για εκτάσεις 640.000 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκονται στην κοίτη του χειμάρρου και έχουν μπαζωθεί κατά τη δεκαετία του '60.

Τον Ιανουάριο του 1996, υποβλήθηκε πρόταση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και του Συνδέσμου Προστασίας Περιβάλλοντος Ανατολικής Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Περιβάλλον" (Β' ΚΠΣ '94-'99), ύψους 190 εκατομμυρίων δραχμών, που αφορά την περιβαλλοντική αναβάθμιση, αξιοποίηση και ανάδειξη του Ελαιορέματος. Η Νομαρχιακή Επιτροπή Υποδομών, Δικτύων και Περιβάλλοντος εκπόνησε πρόταση-μελέτη, η οποία προέβλεπε σειρά παρεμβάσεων, όπως:

Αξιοποίηση του υδάτινου δυναμικού με την κατασκευή δύο λιμνοδεξαμενών, εκ των οποίων η μία θα χρησιμοποιείται για δασοπροστασία του περιαστικού δάσους Σέιχ-Σου

Εργα διευθέτησης της κοίτης του ρέματος

Εργα ανάπτυξης πράσινου στην ευρύτερη κοίτη

Εργα διευκόλυνσης της κυκλοφορίας των χρηστών (μονοπάτια, πεζογέφυρες διέλευσης του ρέματος κ.λ.π.)

Εργα οργάνωσης του πάρκου

Ανάδειξη πολιτιστικών μνημείων

Εργα αστικού εξοπλισμού (αναψυκτήριο, εστιατόριο)

Εργα πολιτιστικής υποδομής (υπαίθριο κινηματοθέατρο)

Εργα ειδικού αθλητικού εξοπλισμού (παιδότοπος)

Επίσης, προβλεπόταν η σύνδεση του αστικού πάρκου με τον αξιοποιημένο χώρο ημερήσιας αναψυχής "Πλατανάκια" με το φράγμα Θέρμης, την Καμάρα και τις Γαλλικές Πηγές του Χορτιάτη. Οι διαδρομές αυτές θα κατασκευάζονταν στις όχθες του Ελαιορέματος και του ρέματος Θέρμης. Ωστόσο, η περιοχή δεν χρειαζόταν και άλλες τσιμεντοκατασκευές όπως αναψυκτήρια, εστιατόρια και κινηματοθέατρα, αλλά προστασία, αποκατάσταση της βλάστησης και σύνδεση με τα πολιτιστικά μνημεία. Έτσι, ήταν μάλλον ευτύχημα που δεν προχώρησαν τέτοιες κατασκευές.

2. Περιοχή Κρυονερίου

Στο συνοικισμό Κρυονερίου, από το ύψος του Περιφερειακού μέχρι και τη σύνδεση με την Περιφερειακή Τάφρο, στην οδό Δ. Τσέλιου, σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση η κοίτη με αρκετά αξιόλογα δείγματα βλάστησης. Η περίφραξη αυτής της περιοχής, η αναβάθμιση με καθαρισμό και δενδροφυτεύσεις αυτόχθονων υδροχαρών ειδών θα δημιουργήσει ένα φυσικό πάρκο, που θα αποτελεί ταυτόχρονα και διείσδυση του Σέϊχ-Σου μέσα στην πόλη. Η περιοχή αυτή μπορεί να συνδέεται με την περιοχή του Ανοιχτού Λαογραφικού Μουσείου, πρόταση που είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο, μέσω της τάφρου της οδού Δ. Τσέλιου.

3. Περιοχή Υφανέτ


Πολύς λόγος έχει γίνει για το εργοστάσιο Υφανέτ, όχι όμως και για το ομώνυμο ρέμα. Το Πανεπιστήμιο είχε προτείνει να εγκατασταθεί στο παλιό εργοστάσιο η Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά μπροστά στην αδράνεια της Εθνικής Τράπεζας αυτή η πρόταση τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Σύμφωνα με τον Δ. Φατούρο (1993), η Εθνική Τράπεζα ανάγγειλε το 1993 ότι με δαπάνη της θα λειτουργήσουν στην Υφανέτ δραστηριότητες πολιτισμού, αλλά ακόμη δεν είδαμε τίποτε. Οπως και νά 'χει, θα ήταν μια πολύ σωστή κίνηση εάν ο νέος χώρος πολιτισμού συνδυαζόταν με αναβάθμιση της βλάστησης και του ρέματος που βρίσκονται πίσω από το εργοστάσιο.

4. Περιοχή Αγίου Παύλου

Αντί για μπάζωμα της κοίτης και ασφαλτόστρωση, η εξυγίανση του ρέματος και η αποκατάσταση της βλάστησης θα μπορούσε να χαρίσει στη Θεσσαλονίκη μια περιοχή αναψυχής, βλάστησης και ιστορικής μνήμης. Εαν τα απόνερα οδηγηθούν στον αποχετευτικό αγωγό, το ρέμα θα μπορούσε να εμπλουτίζεται από το νερό μιας βρύσης, που προτείνουμε να κατασκευαστεί κοντά στο αγίασμα ως υπενθύμιση του προγενέστερου χαρακτήρα της περιοχής. Τα πεύκα που ήδη υπάρχουν από προγενέστερες αναδασώσεις, σε συνδυασμό με την υδροχαρή βλάστηση του ρέματος, θα αποτελέσουν μια αναβαθμισμένη φυσική συνέχεια του Σέϊχ-Σου μέσα στην πόλη και κρίκο σύνδεσης με το πράσινο της Πανεπιστημιούπολης.

5. Περιοχή Δυτικής Εισόδου

Από εδώ μπορεί να μην περνά πια ρέμα, αλλά την ανάμνηση της παλιάς κοίτης του Λοξού Λάκκου διασώζει η δεντροστοιχία που από το κτήριο της Διεύθυνσης Β’ Γραμμής του ΟΣΕ στον Παλιό Σταθμό, οδηγεί προς τα δικαστήρια και το λιμάνι. Αυτό το στοιχείο έχει προταθεί πολύ σωστά από την 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, αλλά και την Ελληνική Εταιρία Προστασίας του Περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, να διατηρηθεί στη νέα μελέτη της Δυτικής Εισόδου της πόλης μαζί με τα ιστορικά διατηρητέα κτήρια του συγκροτήματος του Παλιού Σιδηροδρομικού Σταθμού.

6. Περιοχή Δενδροπόταμου

Μπροστά στα προβλήματα τόσο των πιθανών πλημμυρών όσο και της δυσοσμίας και της ρύπανσης, η τοπική διοίκηση της περιοχής ζητούσε επί σειρά ετών τη μετατροπή του χειμάρρου σε υπόγειο αγωγό, και την κατασκευή δρόμου από επάνω, ο οποίος θεωρείται πως "θα δώσει μια ιδιαίτερη ανάπτυξη της περιοχής" (Διονυσίου, 1986)! Η 3η ΔΕΚΕ ικανοποίησε εκείνα τα αιτήματα.

Θα μπορούσε όμως να υιοθετηθεί μια άλλη πολιτική. Οι υποβαθμισμένες δυτικές συνοικίες δεν έχουν ανάγκη άλλο τσιμέντο και άσφαλτο. Το στοιχείο του νερού είναι σημαντικότατο για μια πόλη και η πορεία καταστροφής των ρεμάτων πρέπει να σταματήσει. Ο Δενδροπόταμος μπορεί να αναπλασθεί οικολογικά. Να φύγουν τα αυθαίρετα από την κοίτη και τις όχθες του (μεριμνώντας βέβαια για τους κατοίκους) και να δημιουργηθεί ζώνη βλάστησης με δενδροφυτεύσεις υδροχαρών ειδών δένδρων και θάμνων που θα κατακρατούν μεγάλο μέρος της παροχής του χειμάρρου.

Τα βιομηχανικά/βιοτεχνικά λύματα πρέπει να επεξεργάζονται στην πηγή τους. Οι εγκαταστάσεις φόρτωσης των τσιμέντων Ηρακλής που βρίσκονται στις εκβολές, όπως και οι δεξαμενές της Jet Oil και του στρατού θα πρέπει να απομακρυνθούν (και λόγω του ότι είναι επικίνδυνη η επαφή τους με την πόλη). Τέλος, οι αστικές περιοχές είναι φανερό ότι χρειάζονται πολεοδομική ανασυγκρότηση, για να μη θυμίζουν τριτοκοσμικές τενεκεδουπόλεις. Το δίκαιο αίτημα των κατοίκων για απομάκρυνση των στρατοπέδων και μετατροπή τους σε χώρους πράσινου, πρέπει επιτέλους να ικανοποιηθεί.

Oι διοικήσεις των Δήμων των Δυτικών Συνοικιών φαίνεται πως κατανοούν το όλο θέμα και σε έκδοση του 1995 (Γρ. Ανάπτυξης και Προγραμματισμού Δ. Σταυρούπολης) υιοθετούν τις πιο κάτω προτάσεις:

α. εξέταση βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων για τη διευθέτηση της κοίτης του Δενδοποτάμου με αναβάθμιση του ρέματος και όχι επικάλυψή του, στα σημεία όπου αυτό είναι δυνατό

β. έλεγχο των ανθρωπογενών επεμβάσεων που καταστρέφουν την υδρολογική και υδραυλική ισορροπία του ρέματος

γ. δημιουργία διαδημοτικού κλιμακίου ελέγχου παράνομων συνδέσεων αγωγών υγρών αποβλήτων και λυμάτων προς το Δενδροπόταμο

δ. ανάπλαση του τμήματος που βρίσκεται εκτός οικιστικής περιοχής σε περιαστικό παρόχθιο περίπατο που θα ενσωματώνει τους βυζαντινούς νερόμυλους

ε. διερεύνηση της αναγκαιότητας για δημιουργία φραγμάτων στερέωσης της κοίτης και ειδικά φράγματα αντιπλημμυρικής προστασίας στην ορεινή περιοχή

στ. δεξαμενές απόθεσης φερτών υλικών και φράγματα συγκράτησης των ανθρωπογενών υλικών όπως είναι τα σκουπίδια, τα μπάζα κ.α.

7. "Ο δρόμος του νερού"

Μια πολύ αξιόλογη πρόταση έχει γίνει από τον Πάνο Θεοδωρίδη (1995), η οποία αξίζει στήριξης και προώθησης: "Σήμερα, η τυχαία συνύπαρξη μεγάλου μέρους των βυζαντινών νερόμυλων με την περιφερειακή οδό της Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να υποβοηθήσει ένα δρόμο για πεζοπόρους, που ξεκινώντας από το ρέμα στο Ρετζίκι θα κατέβαιναν από τον υδραγωγό του Χορτιάτη μέσα από το ρέμα της Θέρμης, συναντώντας πλήθος τους βυζαντινούς νερόμυλους, αναστηλωμένους, διδακτικούς, με την ιστορία των δημητριακών και των μεταφορών σοφά μεταφερμένη σε επίκαιρες στάσεις".

8. Μια συνολική αντιμετώπιση και οικολογική διαχείριση

Η διαφορετική αντιμετώπιση των ρεμάτων είναι πια ένα αίτημα ευρείας αποδοχής. Στην ημερίδα που οργάνωσε το Τ.Ε.Ε. (Τμήμα Κ. Μακεδονίας) με θέμα "Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης" στις 15 Δεκεμβρίου 1994, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν σε ορισμένα σημαντικά σημεία:

Να βρεθούν χώροι για την απόρριψη των μπάζων, που προέρχονται από δημόσια και ιδιωτικά έργα.

Να προστατευθεί και να επεκταθεί το Δάσος του Σέϊχ-Σού.

Να εκτελεστούν αμέσως τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής των αυθαιρέτων από τα ρέματα, που εκκρεμούν.

Να αξιοποιηθούν τα ρέματα, με τη δημιουργία χώρων πράσινου και αναψυχής.

Να αρχίσει άμεσα μελέτη επικινδυνότητας, από την άποψη των πλημμυρών, για την περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.

Να παραμείνουν οι χείμαρροι ανοικτοί.

Μια ακόμη ενθαρρυντική ένδειξη ήταν και απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον Ιανουάριο του 1996, να μην επιτρέπεται καμμία πολεοδομική επέμβαση σε ρέματα, λίμνες και ποταμούς. Τα όριά τους, σύμφωνα με το ΣτΕ, έχουν συνταγματική προστασία κι είναι αδιανόητη όχι μόνο η δημιουργία νέων οικισμών, αλλά και η ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος (έστω και κοινωφελούς) κατά τη ροή τους.

Η νομοθετική προστασία όμως, πρέπει να συνοδευτεί και από εφαρμογή των οικολογικών και επιστημονικών αρχών στην πράξη, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αφού το θέμα δεν θεωρούνταν σημαντικό και δεν υπήρχαν οι ανάλογες χρηματοδοτήσεις. Σήμερα, που φαίνεται να υπάρχει μια θετική κινητικότητα στο θέμα, δεν πρέπει να επικρατήσει μια εργολαβική λογική έργων στα ρέματα, με τη συνοδεία λίγου πράσινου, αλλά μια λογική οικολογικής αποκατάστασης και διαχείρισης ενός πολύτιμου οικοσυστήματος. Οι φυσικές χωμάτινες κοίτες με την ιδιαίτερη βλάστηση και πανίδα τους πρέπει να προστατευθούν, να διατηρηθούν, να μελετηθούν, να αναβαθμιστούν. Γι' αυτό προτείνουμε και τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης υπηρεσίας (ή ενός γραφείου στα πλαίσια κάποιας υπηρεσίας), η οποία θα έχει στην αποκλειστική ευθύνη της τη διαχείριση των ρεμάτων.

Η συνειδητοποίηση της σημασίας του ρόλου των ρεμάτων ίσως οδηγήσει στο μέλλον τους κατοίκους των ελληνικών πόλεων, να θεωρούν σημαντικότερη τη διάνοιξη της παλιάς κοίτης των ρεμάτων από τη διατήρηση λίγων ακόμη στρεμμάτων τσιμέντου και ασφάλτου...

Πηγές:

Αγγελόπουλος Ι. (1986). Αποχέτευση ομβρίων Θεσσαλονίκης, στο διήμερο του ΤΕΕ για την αποχέτευση μείζονος Θεσσαλονίκης (3-4 Απριλίου 1986).

Αλέξανδρής Σ., Βαζάκας Δ., Δούσκας Γ., Κωνσταντάκης Π., Μαλαμίδης Γ., Ρωμανάς Λ., Σουλιώτης Α. (1980). Δάσος-Πάρκο Θεσσαλονίκης. Περιοχή Σέϊχ-Σου. Υπουργείο Γεωργίας.

Βακαλόπουλος Α. (1983). ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝίΚΗΣ. 316 π.Χ. - 1983 μ.Χ.

Γκανούλης Ι. (1994). Διευθέτηση των ρεμάτων στη Θεσσαλονίκη: επικάλυψη ή δημιουργία χώρων πράσινου; Εισήγηση στην ημερίδα του ΤΕΕ "Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης". 15.12.1994.

Γραφείο Ανάπτυξης & Προγραμματισμού Δήμου Σταυρούπολης (1995). ΔΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Εκδοση του Δ. Σταυρούπολης σε συνεργασία με τους Δήμους Πολίχνης, Ευόσμου, Ελευθερίου-Κορδελιού και τον Αναπτυξιακό Σύνδεσμο Ιωνίας-Σίνδου-Καλοχωρίου, στα πλαίσια του προγράμματος ECOS.

Δημητριάδης Β. (1983). ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1430-1912). Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.

Δήμος Θεσσαλονίκης (1986). ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2300 ΧΡΟΝΙΑ. (Αποσυρμένη έκδοση).

Διονυσίου Σ. (1986). Εισήγηση, στο διήμερο του ΤΕΕ για την αποχέτευση μείζονος Θεσσαλονίκης (3-4 Απριλίου 1986).

Δροσάκη Ε. (1985). ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. Οδυσσέας.

Ζαφείρης Χ. (1993). Ο ΕΡΩΣ ΣΚΕΠΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΗ. Εξάντας.

Θεοδωρίδης Π. (1995). Εγκαταλειμμένοι οι βυζαντινοί νερόμυλοι στη Μακεδονία. Β. Ελλάδα - Καθημερινή. 4.8.95.

Κωτούλας Δ. (1977). Ο Δενδροπόταμος και το πρόβλημα της διευθετήσεώς του. Εδρα διευθέτησης ορεινών υδάτων. Γεωπονοδασολογική Σχολή. ΑΠΘ.

Μαρδίρης Θ. (1992). Επίδραση των αναδασώσεων στη δομή των Μεσογειακού Τύπου Οικοσυστημάτων. Διδακτορική Διατριβή. Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Μυτιλήνη.

Μίσιος Χ. (1994). Το κεφάλαιο του πλανήτη δεν ανήκει σε κανέναν κερατά... Οικοτοπία, τ. 26.

Μοσκώφ Κ. (1974). ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1700-1912. ΤΟΜΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΡΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΗΣ. Στοχαστής.

Μπίμπος Π., Γακούδης Γ. (1975). Τελική μελέτη αναδασώσεων δημόσιου δάσους "Πάρκου Θεσσαλονίκης". Δασαρχείο Θεσσαλονίκης.

Μπλιώνης Γ. (1993). Θεσσαλονίκη: από πόλη των νερών και των δασών, πόλη του τσιμέντου. Οικοτοπία, τ. 23.

Μπλιώνης Γ. (1994). Ανθρωποι και νερά στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Οικοτοπία, τ. 26.

Παπάζογλου Α. (1994). ΕΒΡΑΪΚΟΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ.

Παυλίδης Γ. (1988). Σημειώσεις και Ασκήσεις Χλωρίδας και Βλάστησης. Τμήμα Βιολογίας, Α.Π.Θ.

Σιαξαμπάνη Χ. (1994). Βυζαντινοί νερόμυλοι στο ρέμα ΒΑ των Μετεώρων. Εισήγηση της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στην ημερίδα του ΤΕΕ "Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης". 15.12.1994.

Στεφανίδης Π. (1993). Οι χείμαρροι του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης. 8ο Σεμινάριο για την Προστασία του Περιβάλλοντος, με θέμα "Κύκλος του νερού στις μεγαλουπόλεις". Εργαστήριο Ελέγχου Ρύπανσης του Περιβάλλοντος, ΑΠΘ.

Τραγανού-Δεληγιάννη Ο. (1994). Τα ρέματα του πολεοδομικού συγκροτή-ματος Θεσσαλονίκης ως ιστορικοί τόποι. Εισήγηση της 4ης Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων στην ημερίδα του ΤΕΕ "Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης". 15.12.1994.

Τσόγκας Χ. (1994). Αντιπλημμυρική προστασία της Θεσσαλονίκης από την ανατολική περιφερειακή τάφρο και λειτουργικά προβλήματα αυτής. Εισήγηση του Προέδρου του ΟΑΘ στην ημερίδα του ΤΕΕ "Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης". 15.12.1994.

Τσούκα-Φουντουκίδου Φ. (1995). Ηταν γνωστή ως "Καπουτζήδα". "Β. Ελλάδα" Καθημερινής. 24.3.1995.

Φατούρος Δ. (1993). ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΕΠΙΒΙΩΣΗ Ή ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ; Παρατηρητής.

 

 

© 2003 ecology-salonika.org - All rights reserved