:: ΔΡΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΜΕΙΣ > Φυσικά Οικοσυστήματα
Δραστηριοποίηση, με συνεχείς παρεμβάσεις και πίεση προς κάθε κατεύθυνση για την προστασία των δύο διεθνούς σημασίας υγροτόπων, του τριπλού Δέλτα Αξιού - Λουδία - Αλιάκμονα και των λιμνών Βόλβης και Κορώνειας (Λαγκαδά).

Πανελλήνια πρωτοβουλία με θετικά αποτελέσματα για τη ματαίωση κατασκευής πίστας αγώνων αυτοκινήτων στο Δέλτα του Αλιάκμονα (1989-90) και την προστασία του μοναδικού παραλίμνιου δάσους της Απολλωνίας στη Λίμνη Βόλβη (1983-90).

Επίτευξη της επίσημης αναγνώρισης της αξίας των δύο μικρών υγροτόπων της Επανομής και του Αγγελοχωρίου (1989-91) με την παράλληλη ματαίωση έργων στις περιοχές αυτές. Συμμετοχή σε δράσεις που αφορούν στο γενικότερο πρόβλημα καταστροφής της ελληνικής φύσης και διεξαγωγή δύο εκστρατειών (1985 και 1993) ενάντια στο κυνήγι.

Προσφυγή, σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις, στα δικαστήρια εναντίον βιομηχανιών, που ρυπαίνουν τη Λίμνη Κορώνεια.

 



 

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΑΠΡΟΘΥΜΙΑ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ
Οι θεσμοί προστασίας της φύσης στην Ελλάδα έχουν μια ιστορία τουλάχιστον 60-65 ετών. Όλα αυτά τα χρόνια όμως, η πολιτεία ποτέ δεν έδωσε ουσιαστικό περιεχόμενο σ’ αυτούς τους θεσμούς, δεν υποστήριξε οικονομικά και θεσμικά την εφαρμογή και τη λειτουργία των προστατευτικών όρων και διαδικασιών, ούτε και ενέταξε τις προστατευόμενες φυσικές περιοχές σε έναν ενιαίο υπεύθυνο φορέα, με συνολικό πρόγραμμα διαχείρισης. Βασικά ζητήματα, όπως η οριοθέτηση και η φύλαξη αυτών των περιοχών, παραμένουν ασαφή έως ανύπαρκτα, προσωπικό φύλαξης δεν υπάρχει ενώ μόνο πρόσφατα (1996) καταρτίστηκαν ορισμένες ειδικές διαχειριστικές μελέτες.

Η δημιουργία του ευρωπαϊκού δικτύου “Natura 2000”, μαζί με ορισμένες άλλες πρωτοβουλίες (έκδοση Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, χάραξη αδρών γραμμών μιας στρατηγικής για την προστασία των προστατευόμενων περιοχών), συνέπεσε με μια ένταση του ενδιαφέροντος για τα περιβαλλοντικά ζητήματα που υπήρξε κατά τη δεκαετία του ’90, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κατά την πρώτη τετραετία Σημίτη, είχαμε ορισμένες κινήσεις “εκσυγχρονισμού” του υποτυπώδους κρατικού μηχανισμού περιβαλλοντικής διαχείρισης (αφαίρεση της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική Υπηρεσία, δημιουργία υποδομής περιβαλλοντικής ενημέρωσης στους υγροτόπους Ραμσάρ και σε άλλες περιοχές οικολογικής σημασίας). Χωρίς να αναπτυχθούν νέες διοικητικές υπηρεσίες όμως, προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να γίνει.

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

::Εν Οίκω

::Αρνούμαι

::Οικολογ. Ημερολόγιο

 

Η εφαρμογή στην Ελλάδα των οδηγιών για τη δημιουργία του δικτύου “Natura 2000” προβλέπει τη δημιουργία Φορέων Διαχείρισης (βλ. νόμο 2742/1999 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη και άλλες διατάξεις»). Οι φορείς αυτοί (ΦΔ), όπως είναι λογικό, θα στελεχωθούν με επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων και όχι μόνο με δασολόγους. Το “εύρημα” τώρα σε όλη αυτή την ιστορία, είναι ότι οι ΦΔ δεν θα ανήκουν στο δημόσιο, αλλά θα εποπτεύονται (ελέγχονται) από αυτό. Θα είναι Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου.

Η διαδικασία αυτή, παρά τα προβλήματα που ενέχει [1][1], θα μπορούσε να ξεκινήσει, έστω και δοκιμαστικά, ώστε να αρχίσουν να αντιμετωπίζονται προβλήματα που από τη μακροχρόνια εκκρεμότητα έχουν αρχίσει να γίνονται δυσεπίλυτα ή μη-αντιστρεπτά. Από το τέλος του 1999 όμως (πού η χώρα μπήκε σε προεκλογική περίοδο) και μετά τις εκλογές του Απριλίου 2000 έως και σήμερα (σχεδόν δύο χρόνια δηλαδή), όλες οι πρωτοβουλίες έχουν παγώσει. Μόνον ο ΦΔ του Εθνικού Πάρκου Ζακύνθου έχει ιδρυθεί και ξεκινήσει να λειτουργεί (και πρόσφατα του Σχοινιά - που προκάλεσε και εύλογα σχόλια περί ολυμπιακών σκοπιμοτήτων). Σε ορισμένα ζητήματα, ορισμένες νέες ιδέες που έχουν ακουστεί οδηγούν τα πράγματα σε δυσμενέστερες θέσεις από τις προοπτικές που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται από την προηγούμενη τετραετία.

Πέρα όμως από αυτές τις καθυστερήσεις στη δημιουργία του δικτύου των νέων ΦΔ, και με αυτήν ακριβώς τη δικαιολογία, έχουμε μια εγκατάλειψη των μέχρι τώρα θεσμών προστασίας. Οι ΚΥΑ για την προστασία των υγροτόπων Ραμσάρ δεν έχουν ακολουθηθεί από Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ), τα οποία καθυστερούν για να συμπεριλάβουν και τη θεσμοθέτηση των ΦΔ! [1][2] Πολλοί θεωρούν ότι όλα τα παραπάνω έχουν συμβεί λόγω της μετάβασης από το Β’ ΚΠΣ στο Γ’ ΚΠΣ και της μεσολάβησης των εκλογών του 2000 και του επακόλουθου μεταβατικού διαστήματος (πού έτυχε να συμπέσει και με μια “κοιλιά” όπως έχουν παρατηρήσει πολλοί στο γενικότερο κυβερνητικό έργο). Υπήρχαν αρκετές ελπίδες όμως, από τη συμμετοχή στο νέο κυβερνητικό σχήμα του ΠΑΣΟΚ του Ηλία Ευθυμιόπουλου, ως υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με αρμοδιότητα μάλιστα στο σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης. Δυστυχώς, απ’ ότι φάνηκε, η συμμετοχή αυτή αντί να διευκολύνει και να επιταχύνει τις διαδικασίες, μάλλον τις μπέρδεψε περισσότερο!

Ο κ. Ευθυμιόπουλος αντί να προωθήσει πιο δραστήρια τις διστακτικές πρωτοβουλίες των προκατόχων του, υποστήριξε μια στρατηγική του μικρότερου δυνατού πολιτικού κόστους, της μικρότερης δηλαδή ταχύτητας. Αντί να βελτιώσει τα επικοινωνιακά λάθη των προηγούμενων και να αναβαθμίσει τις περιβαλλοντικές πολιτικές με έντονες εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης, υιοθέτησε μια αναβλητική στρατηγική, προέβη στην ανακοίνωση απίθανων ή ανεφάρμοστων “ιδεών” [1][3] και έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη μελλοντική λειτουργία των ΦΔ στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς [1][4]. Εάν σε αυτά προστεθούν και ορισμένες αμφιλεγόμενες κινήσεις σε άλλα θέματα [1][5] τότε η εντύπωση γίνεται ακόμη χειρότερη.

Μόνο λίγο πριν κοινοποιηθεί η αντικατάστασή του κατόρθωσε ο κ. Ευθυμιόπουλος να παρουσιάσει μια “Στρατηγική για την προστασία της φύσης στην Ελλάδα” (ΥΠΕΧΩΔΕ, Οκτώβριος 2001), η οποία περιλαμβάνει έξι άξονες:

1. Αλλαγές στο υφιστάμενο Νομικό / Θεσμικό πλαίσιο (επανεξέταση και τροποποίηση των προδιαγραφών των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, τροποποίηση της ΚΥΑ 33318 με την οποία γίνεται εναρμόνιση με την Οδηγία 92/43).

2. Θεσμοθέτηση - κήρυξη προστατευόμενων περιοχών. Ο πρώτος κατάλογος περιλαμβάνει: α) το δάσος Δαδιάς, β) το δέλτα Έβρου, γ) τις λίμνες Κορώνεια-Βόλβη, δ) τη λίμνη Κερκίνη, ε) τα δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα/αλυκή Κίτρους, στ) τους υγροτόπους του Αμβρακικού κόλπου, ζ) το Κοτύχι-Στροφυλιά και θ) την περιοχή Πάρνωνα-Μουστού. Από αυτές θα μπορούσαν να προταθούν άμεσα για κήρυξη οι α, β και δ. Μέχρι την κήρυξη των υπολοίπων προτείνεται η λύση των ΚΥΑ.

3.Εξειδίκευση του άξονα 8 του ΕΠΠΕΡ.

4.Αναβάθμιση και επαναλειτουργία των Κέντρων Πληροφόρησης.

5.Άλλες ενέργειες για την τήρηση των όσων προβλέπουν οι υποχρεώσεις της χώρας προς την Ε.Ε.

6.Συνάρτηση της προστασίας με άλλες πολιτικές (Γεωργία, κατάρτιση).

Η πρόσφατη αλλαγή, ωστόσο, της ηγεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ προοιωνίζει για νέες καθυστερήσεις. Στις προτεραιότητες της νέας υφυπουργού, κυρίας Ροδούλας Ζήση, είναι μάλλον το κτηματολόγιο παρά το δίκτυο προστατευόμενων περιοχών. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπάρξει όσο το δυνατόν γρηγορότερα μια δέσμευση για το τι μέλλει γενέσθαι και σ’ αυτόν τον τομέα.

Πίσω από τις παραπάνω εκτεθείσες παλινδρομίες κρύβεται όχι μόνο η ανεπάρκεια του συστήματος αλλά και η εγκατάλειψη του περιβάλλοντος στη σύγκρουσή του με την “αναπτυξιακή” επέλαση. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η λογική της “ανάπτυξης” έχει περάσει ως ιδεολογία σε όλα τα τμήματα του πληθυσμού, όχι μόνο τα αστικά (όπου εκεί έχει αρχίσει να αμφισβητείται κάπως) αλλά κυρίως σ’ αυτά της υπαίθρου. Ο αγροτικός ιδιαίτερα κόσμος, αλλά και τα οικοδομικά και κατασκευαστικά συμφέροντα, δεν αντιλαμβάνονται την έννοια του μακροπρόθεσμου κοινωνικού συμφέροντος και την αποτροπή της ιδιοποίησης και “αξιοποίησης” ολοένα και μεγαλύτερων εκτάσεων φυσικού περιβάλλοντος και πόρων. Υπό τις παρούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης, ζητούν να απαλλαγούν από οποιονδήποτε περιορισμό στην “ανάπτυξη” των δραστηριοτήτων τους, όπως άλλωστε ζητούν και τα πολύ μεγαλύτερα πολυεθνικά συμφέροντα, με τα οποία τείνουν να ταυτιστούν. Η επιλογή λοιπόν είναι είτε η πλήρης υποταγή και η εγκατάλειψη της υπόθεσης της προστασίας του περιβάλλοντος, είτε η προσπάθεια ενημέρωσης και εκπαίδευσης της κοινής γνώμης σε μια προσπάθεια οικοδόμησης ενός βιώσιμου και δίκαιου μοντέλου οικονομικών δραστηριοτήτων. Και επειδή στην δεύτερη κατεύθυνση δεν θα πρέπει πλέον να τρέφονται πολλές ελπίδες για πιθανές κυβερνητικές πρωτοβουλίες, το βάρος φαίνεται να πέφτει στις Περιβαλλοντικές Οργανώσεις και στην ενίσχυση του οικολογικού κινήματος. Ένα τέτοιο κίνημα δεν θα πρέπει μόνο να ασκήσει ισχυρές πιέσεις για την αλλαγή της πολιτικής, να αναλάβει πρωτοβουλίες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, αλλά να θέσει συνολικά και ριζοσπαστικά αιτήματα.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να αποκτήσει το πλήρες νόημά του το αίτημα για τη δημιουργία ενός επεκτεινόμενου συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης, με πυρήνες που θα τίθενται εκτός οποιασδήποτε “ανάπτυξης” και “αξιοποίησης” και περιφερειακές ζώνες στις οποίες θα γίνεται προσπάθεια οικοδόμησης ενός εναλλακτικού και οικολογικού μοντέλου οικονομικών δραστηριοτήτων. Κάτι τέτοιο, όπως είναι σαφές, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το καπιταλιστικό μοντέλο της αγοράς και της ανάπτυξης και αποτελεί επιλογή που δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με τις πολιτικές που στηρίζουν το παρόν σύστημα.

 

 

© 2003 ecology-salonika.org - All rights reserved